Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

νοτες.

Ασε τους αλλους να θυμουνται.
Πως θα σταματησεις τη σκονη να πεφτει;
(απευθειας στον ελεγχο εισητηριων)
Παλι εσεις;!
Αφου επιμενετε να ζητατε τη γνωμη μου...
Σκοτεινα καθρεφτισματα,
ποιος δειχνω και ποιος ειμαι;
πανοραμικα οργασμικα οραματα.
Σου αρεσει η μασκα μου.
(ακινητος ερωτας σκουληκιων)
Τι να πιστεψω;
Προκυρηξεις, προγραμματα, ειδικοτητες.
Πανσεληνος εφηβος που ντυνεται.
"ποιον κοιτας; εμενα ή τον φακο;"
Σου αρεσει η μασκα μου λοιπον;
(χυμενος καφες, καρτα ΟΑΕΔ)
Εφημερια.Ευημερια.Ισημερια.
Θερινη.Χειμερινη.Προσωπικη.
Θριαμβος ο θορυβος και μας αρεσει.
(ποσο κοστιζει η επισκεψη;
θα μου γραψετε φαρμακα γιατρε;)
Ποτε φευγουμε; Αναστολη και κερδισες.
Ξεκαθαρισαμε... Διαδικασια Αναιρεσης.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

141209

Ενα μαξιλαρι που μυριζει εφιαλτες.
Tο πιανω στα χερια μου,
...ακουω.
Ξερω τι σημαινει αυτη η αναμονη.

Υπομονη που σταζει αδυναμια.

Να υπερβαινουμε τα ορια μας...
...δεν υπαρχουν ορια. Θυμασαι;

Τα χειλη κατω απ'το σεντονι,
μην τυχον και φιληθουν. Μοναξια.
_

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Εικονα μου...

Τα σεντονια τεντωνουν τις φλεβες τους οταν, ασπρομαυρα, παραδινονται.
Ανωφελη παλη.

Μετα το σκοταδι,
το ερεβος στα ματια της,

βρισκεις το φως,
τον νυσταγμενο της παλμο...

Τ'ασπλαχνα χερια μου δεν μπορουν να σφιξουν ενα πουπουλο.
Χαμογελω στην ιδεα της, δοξασμενης πια, αναξιοπρεπειας μου.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

201009

Σαν ονειρα που μουσκεψανε
στην ακρη του χειμωνα
ακουω, συμμαζευομαι.
Δεν ξερω αμα της σκεψης μου ειμαι απομειναρι,
ή της ασφαλτου που περπατησα
ζεστες αναθυμιασεις.
Ισως και να ημουν θυμησες
μιας αλλης ζωης που δεν θα ζησω.
Μα ισως παλι να ειμαι
κι ο λογος για να ζω.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

time to take off.

Τη βαλιτσα μου την λενε Οδυσσεα.
Εχει τρια ροδακια. Σιγουρα θα ειναι πολυ πρακτικο. Πρακτικο. Practical. Pratique. Practice. Για αυτο φευγω. Για να γινω εν τελει μια πρακτικη βαλιτσα με ροδακια. Τρια, μην το ξεχνας.
Οι πραξεις μου, η πρακτικη μου, ο πρακτικος μου νους. Τα πραγματα κι η πραγματικοτητα.
Πραγματα στοιβαζονται το ενα πανω, διπλα, μεσα στο αλλο, μεχρι να ξεχωριστουν και με φροντιδα, αργα, να τοπο-θετηθουν στον οδυσσεα.
Πραγματικοτητες που συνοστιζονται, στριμωχνονται να πιασουν μια καλη θεση στη συνειδηση μου.
Που παω ρε αννα;
Ολα καλα ειναι ματια μου, σε περιμενουνε. Στο σπιτι σου θα πας, γιατι φοβασαι;
Δεν φοβαμαι. Αγωνιω μην και γινει η νεα μου πραγματικοτητα. Αγωνιω μηπως ξεχασω.
Ο οδυσσεας και οι λωτοφαγοι. Θα παω στη χωρα που φυτρωνουν οι λωτοι. Κιτρινα, πορτοκαλι, ομορφα φρουτα.
Επειτα απο αυτα ομως αλλες πραγματικοτητες, με κοιτανε βουβα με τα κεφαλια σηκωμενα στον ουρανο του μετωπου μου.
Κι αν δεν ξεχασω; Κι αν οι μνημες με ταλαιπωρουν και με κανουν να ξενυχτω τα βραδια;
Σαν να βρισκομαι στο νησι της κιρκης. Κι οπως εκλαιγε τα βραδια στην πολυτελη σπηλια του ο οδυσσεας θυμουμενος, ισως κι εγω ετσι να νιωσω.
Φτιαχνω τη βαλιτσα μου αργα. Τακτοποιω. Τοποθετω. Χωροθετω. Πρακτικα.
Μια φορα πριν χρονια, ηξερα τι να κανω. Ακολουθησα την καρδια μου κι εχασα στο λογικο. Κι εκανα καλα.
Σημερα, ξερω τι να κανω. Ακολουθω τη λογικη μου, χανοντας ομως την καρδια.
Οταν γυρισω, θα ξερω οτι εκανα καλα.


Καλως εχοντων των πραγματων, επομενο κειμενο κι εκπομπη απο 2.700km μακρυα.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

kati apo ta palia ki anepexergasto... fiction.

«Της τα εχω ηδη ολα πει. Μεσα στο δωματιο μου. Την ειχα απο κοντα και μιλαγαμε σιγανα. Πιο πολυ εγω μιλουσα δηλαδη. Ακομη κι ετσι φροντιζα να μην ειμαι ειλικρινης. Ποιος ξερει αλλιως που θα ειχαν παει τα πραγματα. Δεν βαριεσαι;.. αλλωστε δεν την αφορα.» αυτη ηταν η τελευταια της φραση πριν σηκωθει, βγαλει δυο κερματα, τα ακουμπησει στο τραπεζακι και με χαιρετησει το ιδιο γλυκα με την ανταμωση μας.
Ειχα καιρο να τη δω. Ισως μηνες. Κι εκει που στριφογυριζα ιδρωμενη μεσ’στη σκονη για δουλειες, την πετυχα σ ενα απο τα μπροστινα τραπεζακια να λιαζεται και να ρουφα τον καφε της.
Δεν πιστευα οτι θα χαιρομουν τοσο πολυ που θα την ξαναβλεπα, κι ουτε καν ηταν ποτε αυτο μεσα στα σχεδια μου. Ομως συνεβη, κι ετσι, αλλη μια φορα πεισθηκα για το απροβλεπτο της ζωης που επιδρα ακομη και στις αντιδρασεις μας.

Το βραδυ ξεκλειδωνω τη βαρια μεταλλικη πορτα κι ανεβαινω μονη μου τα μαρμαρινα σκαλια. Δευτερη φορα ξεκλειδωμα στον πρωτο, κι υστερα μετα το διακριτικο της κλεισιμο, κλειδωμα απο τα μεσα.
Αναβω το φως και παω κατευθειαν στην μια απο τις εξαρτησεις μου. «παλι επεσε η συνδεση γαμω την πουτανα τους.» restart, και μεχρι να ετοιμαστει ανοιγω την δευτερη μου εξαρτηση, πινω δυο γουλιες κι ετοιμαζω με τα δαχτυλα την τριτη. Απο ενα απο τα απειρα διαμερισματα του κωλου τριγυρω, ακουγεται ο βομβος απο τα μπασα μιας ηλιθιας μουσικης.
Ανοιγω την μπαλκονοπορτα και μενω με την φανελα.
«ανοιξε επιτελους...το καλυτερο αντιδοτο» σκεφτομαι κι ανοιγω ενα τραγουδι.
«ναι..θα μου κλασουν τ’αρχιδια..» απαντω στη συνειδηση μου και γυριζω με φανερη ηδονη την ενταση στο τερμα.
Η αρχη ειναι καθηλωτικη και μ ενα σκαμπιλι με στελνει κατ’ευθειαν εκει που αλλιως μονο ναρκωτικα μπορουνε.
Ξαπλωνω στη γωνιακη φωλιτσα που εχω φτιαξει με βελετζες και μαξιλαρια και κλεινω τα ματια.
Ειμαι τοσο ευτυχισμενη που νομιζω οτι φυσαει αερακι...χαμογελαω.

Ουτε που καταλαβα πως με πηρε ο υπνος. Πρεπει να ημουν πτωμα. Τωρα ομως εχω αλλη εγνοια. Μου εχει καρφωθει η ιδεα σαν ψειρα, να την παρω τηλεφωνο. Εχω μονο το παλιο του σπιτιου, κι αραγε ισχυει;
Χτυπαει.. για να δουμε..
Το σηκαωνει ενα πιτσιρικι. Ξαφνιαζομαι τοσο που το κλεινω σχεδον αυτοματα.
«κι εγκυος να ητανε ποτε προλαβε να μαθει το –εμπρος- το μωρο;»
Πιανω τον εαυτο μου να κοιταζει στα χαμενο το πατωμα. Στεναχωρηθηκα, αλλα τι αλλο να εκανα; Ετυχε χθες να βρεθουμε. Παει αυτο ητανε. Ε καλα, δεν χαλασε κι ο κοσμος. Ουτως ή αλλως ητανε τελειωμενη υποθεση.
Πεταχτηκα πανω μολις χτυπησε το τηλεφωνο. Οχι ρε γαμωτο! Ειχανε αναγνωριση!
«ναι;» λεω.
«ελα ρε!»
«α,γεια!» της απαντω.
«γιατι το’κλεισες ρε γουρουνι;» μου λεει χαιδευτικα,
«το σηκωσε ενα μικρο και τρομαξα»
«ναι βεβαια, κι εσυ εχεις μια φοβια με τα μικρα, σωστα.. ειναι μιας φιλης μην ανησυχεις»
«α, κι εγω μετρουσα ποσα χρονια περασανε.»
«ουτε ενα...»
«...ναι το ξερω...»
Εκει δεν ειχα τι να πω και σταματησα, ετσι φανηκε ομως να συμβαινει και στην αλλη πλευρα. Μετα πηρε παλι το λογο.
«με πηρες για να βγουμε ετσι;»
«βασικα να δω τι κανεις και.. ναι, αν ηθελες να βρισκομασταν καπου.»
«κοιτα, το σκεφτομουν και δεν νομιζω οτι ειναι καλη ιδεα. Ασ’το καλυτερα. Αλλωστε φευγω παλι για εξω τον Σεπτεμβρη και δεν θελω να γινει τιποτα και να τραβιεμαι συναισθηματικα...
-σιωπη-
..νομιζω οτι ειναι πολυ ξεκαθαρο και λογικο αυτο που λεω... δεν εχω κατι μαζι σου, απλα..»
«μην το πας εκει σε παρακαλω. – την εκοψα- οκ το καταλαβα.»
«συγγνωμη...»
«ενταξει, λοιπον αν θελησεις τιποτε, το εχεις το τηλεφωνο, παρε με. Ενταξει;»
«παντα το ειχα το τηλεφωνο σου αννα. Αλλα , ναι, ενταξει, και παλι συγγνωμη.»
«δεν υπαρχει λογος.. καλημερα.»
«γεια..»
-

Ειχα νευριασει τοσο πολυ με τον εαυτο μου! Πως επετρεψα παλι να γινω το θυμα!
Δεν μου εφτανε τοσος καιρος; Τοση παλη να ξεπιαστω, να ξεσκαλωσω, να ισιωσω την τσαλακωμενη μου προσωπικοτητα, να εξορισω τις αδικες ενοχες μου, και τωρα ΝΑ! Μολις σε πεντε λεπτα, ο ιδιος ανθρωπος μου απεδειξε οτι δεν εκανα τιποτα! Τιποτα!
Μια γκαρσονιερα μεσ’στο κεντρο, απειρος θορυβος, νευρα, κι εγω να μην εχω τραβηξει ουτε ενα καρε, να μην εχω καλα-καλα αγγιξει τη μηχανη τοσους μηνες. Κατι πρεπει να κανω επιτελους.
«γαμωτο!» φωναξα..
Ποια φωνη ομως; Ποια πιστη στην οργη μου;

[++ καποτε...]

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

summer in the city/ αντηλια και ζεστη μπυρα

Αφησες πισω σου ταρατσες ιδρωμενες κι ειπες να βρεις δροσια σε μαγικες σπηλιες.
Καποια εγνοια ομως ξεχασες μωρο μου σε συμφωνια με την πολη.
Σ αυτον τον τοπο που με κραταει γερα με μνημες, ομορφες κορδελες,
-Φαντασου πρασινες αορατες κορδελες-
θα μεινω να φυλαω τα τειχη που αφησες σε ασφυξιογονο προσμονη.
Να χανομαι στους πορους των αρχαιων που χασκουν ν’ ανασανουν.
Στις κυκλωπειες σκαλες των αδειων μπαλκονιων που και που μια σκασμενη πλαστικη καρεκλα.
Εχει και στην αθηνα ο χρονος τα σημεια του. Στα κλειστα καφε παντζουρια της, στο κρεμασμενο σκοινι και στην σκισμενη τεντα.
Γιατι εφυγες; Ποσο δυσκολο ειναι να αγαπουν το αδιανοητο οι ανθρωποι;
Για ποιες ψυχες και θηριωδεις θεωριες μου μιλατε; Θελω στην πραξη να σε δω να κλαις χαιδευοντας την πετρα. Εκεινη την πετρα που,
ποτε, ποτε, ποτε,
ποτε δεν θα φυγει απο τη θεση της.

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

"μπαίνεις σ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο και βλέπεις ένα χαρτάκι που γράφει ένα τηλεφωνικό αριθμό. αποφασίζεις να τον καλέσεις. γράψε την ιστορία"

θεμα απο τον Γιωργο Φλωρακη βλ. http://radiopoetry.blogspot.com/



ψαχουλευα με το δεξι στο ντουλαπακι ποση ωρα. Μετα στις τσεπες μου, προσεκτικα μην και ξεχαστω απ τον δρομο. Τιποτα παλι. Γαμωτο, λεω απο μεσα μου δεν μπορει καπου τις εχω βαλει...
ηθελα καραμελα οπωσδηποτε. Το στομα μου βρωμουσε τσιγαριλα και ποτο. Πως θα πηγαινα σε τετοια κατασταση. Α, δεν παιζει, στο πρωτο περιπτερο θα κατεβω να παρω τιποτε.
Εκεινη τη στιγμη που σκεφτομουν αυτο, στο απειροελαχιστο κενο που εκανε η σκεψη μου, ακουσα τα χιονια που εκανε το ραδιο. Πατησα την μνημη και επιασα κατι που με τιναξε. Καλα με δουλευουνε; Ακου τι παιζει ο ανθρωπος! Primitive Radio Gods... standing outside a broken phone booth... που το θυμηθηκανε αυτο; Να’ναι καλα οι συλλογες, μού απαντησα... ωραιο τραγουδακι δε λεω.
Κι ετσι θυμηθηκα το θεμα που ειχε βαλει ο γιωργος στα παιδια της διαδραστικης. Η αληθεια ειναι οτι με ειχε ιντριγκαρει το θεμα.. μα τι λεξη κι αυτη.. ιντριγκαρει... τελος παντων ναι. Διαβασα μερικα αποσπασματα των αλλων παιδιων κι αποθαρυνθηκα. Λεω, ασε φιλαρακι, αυτο δεν ειναι για σενα.
Μα που ειναι αυτες οι καραμελες! Και τις ακριβοπληρωσα κι ολας! Ουφ! Ολα στραβα θα μου πανε σ αυτο το ταξιδι;!.. κατουργιεμαι κι ολας και τοσα χιλιομετρα τωρα ενα μερος της προκοπης δεν βρηκα να κανω το χρεος μου... για να δουμε... ας σκεφτω κατι να ξεχαστω... λοιπον.. τι θα εκανα αν εβρισκα λεει ενα χαρτακι, μπλε; Θυμαμαι καλα; Το ειχε περιγραψει ως μπλε; Τι το ψαχνεις ρε αννουλα;! Ναι μπλε ηταν το παλιοχαρτο! Ωραια, παρακατω.. εγραφε λεει ενα νουμερο πανω στο χαρτακι, κι ητανε κολλημενο στον τηλεφωνικο θαλαμο. Να οριστε.. εκει ειχα κολλησει οταν το πρωτοσκεφτομουνα.. πως στο καλο θα βρεθω εγω ταχα μου στον τηλεφωνικο θαλαμο; Να πω οτι εχω ενα κινητο και μου χαλασε κι ηταν επειγον να παρω ενα τηλεφωνο; Εδω κολλαει η βλακεια! Εχω δυο κινητα! Ποσες πιθανοτητες υπαρχουνε να μου χαλασουνε και τα δυο; Η εστω να χαλασει το ενα και να ξεμεινω απο μοναδες στο αλλο;
Χααααα χααααααααα χαααα χαααααα!!! Χααα χιχιχιχι!χαααα!.. αχ καλο!!! Θυμηθηκα ενα αστειο αναγραμματισμων που εκανα στη μαρια! Ε ρε γελια με αυτο το παιδι! Πλακα πλακα τι να κανει; Να την παρω κανα τηλεφωνο μολις φτασω αθηνα..
Λοιπον, αννα, συγκεντρωσου.. ας παρουμε το πιο ρεαλιστικο σεναριο.. εχω δυο κινητα και ξεμεινα και στα δυο απο μοναδες.. καταραμενη φτωχια με τις κωλοκαρτες και τις μοναδες κι αντε μεχρι να τελειωσει η βλαμμενη την παρλα της να περασεις τους αριθμους σε κυνηγησανε σε βιασανε και σου πηρανε και το κινητο με περασμενες ΠΙΑ τις μοναδες.... ασχετο... μα επιτελους!
Λοιπον, πρεπει ταχα μου να παρω τον ταδε ανθρωπο να με βοηθησει. Παω στο περιπτερο να παρω τηλεκαρτα. Εκει βλεπω οτι ο περιπτερας διαθετει τηλεφωνο. Σκεφτομαι, με συμφερει να αγορασω τηλεκαρτα ή να ριξω κερμα; Ντρεπομαι ρε γαμωτη μου και να τον ρωτησω μη με περασει για γυφτο. Λες και δεν ειμαι.. τελος παντων. Αν παρω τηλεφωνο απο του περιπτερα, δεν θα παω ποτε στον εν λογω τηλεφωνικο μπουθ. Αχ που να τους εχω αραγε τους James; Καπου μαζι με τις καραμελες θα ειναι κι η κασσετα.. στο κενο... τελος παντων..
Γαμα τον περιπτερα, θα παρω τηλεκαρτα!
Οκ, παω λοιπον στον θαλαμο, εδω εχω αλλο προβλημα, να το αγγιξω το ακουστικο ή να μην το αγγιξω; Πω πω πω πω! Οσο σκεφτομαι τα σαλια του καθενος και τα βρωμικα λαδωμενα μαλλια και αφτια που το εχουνε περασει κανονικοτατα, δεν μπορω, δεν μπορω, δεν μπορω!!!
Αλλα ειναι αναγκη.. πες οτι εχω ενα μαχαιρι στην κοιλια κι αιμοραγω τραγικα, σε μιση ωρα πεθανα απο αιμοραγια τι θα κανω; Θα σκεφτω τον λιγδιαρη ή το προσωπο που περιμενει και δεν ξερει τι εχει συμβει;
Ωραια.. μα τι λεω επιτελους; Αν ειχα μαχαιρωθει το αισθημα θα επαιρνα η το 166 απο το κινητο; Τι βλακειες καθομαι και σκεφτομαι χριστε μου!
Ας οψεται που κατουριεμαι!
Ελα λιγο ακομη και φτανουμε αννουλα κρατησουυυ!!!
Ωραια, εχω την καρτα κι εχω και τον θαλαμο. Αλλο παλουκι εδω που δεν μου καθεται.. για ποιον λογο εγω να κατσω να παρω τηλεφωνο τον ταδε αριθμο; Και τι με αφορα εμενα αυτος ο αριθμος; Μπορει απλα να το ειχε γραψει καποιος πριν που μιλουσε στο τηλεφωνο και να το ξεχασε κολλημενο!
Ουφ... για να δουμε.. τι αλλο; Εστω μπορει ενας ψυχανωμαλος να ηθελε με αυτον τον τροπο να πιασει φιλιες με τα κοροιδα που θα πεφτανε στην παγιδα.. α πα πα πα, δεν ειμαι εγω για τετοια! Δεν ειδες τι επαθε ο Βαγγος; Μακρια απο αυτα. Το λεει κι η παροιμια! Η περιεργεια σκοτωσε τη γατα! Αλλα να που... με... εε νταξει δεν μπορω να πω... αν ηταν μερα, χωρις κοσμο τριγυρω και ειχα το αμαξι με τη μηχανη αναμενη διπλα σαν τους μαφιοζους ετοιμη να εξαφανιστω σαν την κοτα στην παραμικρη υποψια θα το επαιρνα το νουμερο! Αλλα τι λεω η τρελη! Και που ξερω εγω αν αυτος ο ψυχακιας δεν ητανε καπου κρυμενος και πηρε τον αριθμο απο τις πινακιδες μου;! Μετα δεν θελει και πολυ να βρει που μενω! Πω πω ρε Γιωργο με αγχωσες στα καλα καθουμενα! Ουφ!
Here comes the hot stepper...και γαμω τα τραγουδακια... καλα παιζει αυτος, χμ... ελευσινα.. κανα πειρατικο θα ειναι.. τεσπα που λεν και στο χωριο μου..
Τι λεγαμε; Α, ναι.. ωραια, εντελλως φανταστικα ας πουμε οτι ξεχναω και μαχαιρια στην κοιλια και ραντεβου και απειλες και το λιγδιασμενο ακουστικο ετοιμο δειγμα χημικου πολεμου για το χημειο του κρατους κι ολα και νικαει η περιεργεια και το παιρνω το... παλιοτηλεφωνο!

«Τουυυυτ... τουυυυτ... τουυυυτ...
-εμπρος;
-Εεεε... εισαι βλακας! Χα χα!
Κλακ! Του το εκλεισα! Χο χο χο χο!!!!
Καλα μαλακα ειχα να κανω τηλεφωνικη φαρσα απο το δημοτικο!!!! Αχ καλο!!! Πλακα ειχε! Ας ξαναπαρω!
Τουυυτ... τουυυτ...
-ναι;!
-Χιχιχιχιχιχι..
-ποιος ειναι;
-Χιχιχιχιχι.... χμμμμφφφφ...χχχχιιιι...μμμμ....χφφφ..
-θα μιλησεις κοπελια ή θα συνεχισεις να γελας;
-....
-οτι και να κανεις τωρα εχω παρει ηδη τις πινακιδες σου. Αποψε κι ολας το βραδυ θα εισαι νεκρη.
-..........!!!!!!!!
Κλακ!
Του του του του του...»

Χμ... να μια ωραια καφετερια.. καιρος να τελειωσουμε μ αυτο.

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

"δυο μερες μονο"

Δεν σε ρωτησα ουτε μια φορα πού παμε. Δε μ'ενοιαζε. Αρκει που ησουνα οδηγος στην αγκαλια μου, και που στη σκεψη μου εβαζα το χερι μου κατω απο τη μπλουζα σου.
Κι ας μην το εκανα ποτε, μπορουσα.

- Βρηκαμε απαγκιο σε πορτα κλειστη.
εκει που ξεχνουσαμε πως ειναι ν'ανασαινεις.
Ντυθηκαμε, δεθηκαμε, ξεθηκαρωσαμε στο τελος τη Λαχταρα.-

Δεν σε ρωτησα ουτε μια φορα ποτε φτανουμε. Σ'ολο το ταξιδι σε κρατουσα ζεστα.
Δεν μ'ενοιαζε τα χερια μου πως πονουσαν. Αρκει που σου κρατουσαν συντροφια.
Δεν σε χαιρετησα οταν ηρθες να με βρεις. Λεξη δεν ειπαμε. Μονο κρατηθηκα απ'τον ωμο σου κι ανεβηκα στη μηχανη.
Δεν σε ρωτησα ουτε μια φορα που παμε, αν εισαι καλα κι αν η δουλεια σου προχωραει.
Μονη μου εγνοια να σ'αγκαλιασω γυμνη.
Αρκει ν'ανασαινω τα ματια σου.
Αρκει να με ζητας κι εσυ.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

περιμενοντας.

- Ειπες θα βρεξεις και σε περιμενα σε μια καταφωτη αγωνια.
Τη μαπα μου στρωνω, ξανα και ξανα να με βιασω.
Ομως ποσο κουραστηκα να κουτουλαω σε τζαμαριες...
- Εχεις μεγαλη ιδεα αννουλα μου για τον εαυτο σου, αλλα να σου πω κατι; Καλα κανεις. Εχε την. Ομως μην ξεχνας ενα πραγμα.. οτι δεν εισαι μονη σου σ αυτον τον κοσμο, οτι τα συναισθηματα σου, η αξιοπρεπεια σου δεν ειναι τα μοναδικα που υπαρχουνε. Ο εγωισμος σου, δεν ειναι ο μονος που υπαρχει, η μοναξια σου, δεν ειναι μονη. Η περηφανεια σου, δεν ειναι η μονη σ αυτη τη γη.
- Μονο οι σκεψεις μου. Μετεωριτες τις ειχες ονομασει. Σαν εκεινον που βρηκαμε στο αρκαδι.
- ...
- Μετεωριτες οι σκεψεις μου. Πετρες μετεωρες. Πετρες βαριες. Βαρια κενα. Δεν χωραγανε στον οριζοντα που τους ετυχε. Ουτε θελανε το ζεστο βυζι της δικης τους γης. Αλητες που λυσσανε ξεφυσωντας σαλια να τα παιρνει ο αερας στα πλευρα τους. Να χαρουνε την δαιμονικη ευδαιμονια τους. Δαιμονες αποφασισμενοι να ζησουνε αλλου. Διασχισανε το συμπαν μεσα μου, καηκανε, εξουθενωθηκανε. Σκοταδι κολλησανε στο αιμα τους, μα αμα στα ματια τους κοιταξεις θα δεις ενα γαλαζωπο σημαδι. Λειψος σπινθηρας που σταλαζει ακομη ζωη. Σωσε με λενε. Παρε με μαζι σου. Βαλε με στον κυκλο του μυαλου σου.
- Μην τους φοβασαι. Και μην περιπεσεις σε αναξιοπρεπη συναισθηματα λυπησης, και ταπεινοτητας Αννα..
- Ειναι λυκοι τα παιδια μου τα σκοτεινα. Μα τι φταει ο λυκος που ειναι αιμοβορος; Που αιματα σταζουνε απο τα γενια του, στολιζοντας τα μελαγχολικα του ματια;
- Αιματα σταζει ο Νεος Ανθρωπος.
- σσσσς... σταματα. Αυτο φτανει. Την πεινα μας τη ζησαμε. Την λιτανεια μας της ακουσε ο θεος. Εφτασε η βροχη στα προσωπα μας και επιτελους νιωσαμε δικαιοι.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Σε μια παλια φωτογραφια βλεπω τον πατερα μαθητη στο λυκειο..σε μια παλια φωτογραφια βλεπω εμενα σε κατι απροσδιοριστου πια τοπου και χρονου διακοπες..και ακουω δυο τραγουδια του 81, οπου δεν υπηρχα καν.Απο που να το πιασεις και που να το αφησεις το θεμα..μας το ειπε η λινα, τα τραγουδια ειναι στεριες, σαν ξαστεριες για ναυαγους, ζησε οτι θες και θα τ ακους..κατι σαν ενα τεραστιο κι ατελευτο soundtrack οπου τα πιο ασχετα τραγουδια ζευγαρωνουνε μοναδικα με τις πιο εξωγηινες στιγμες μας.
σπασμωδικες, αποσπασματικες, ασυναρτητες κι ανικανοποιητες οι μνημες, ερχονται φευγουν, ουτε που προλαβαινεις να παρεις πρεφα, ισα που σχηματιζεις την εικονα με τα βινυλια στο πατωμα, τον χαμηλο φωτισμο και ενα μαχαιρι ομορφο, δωρο λεει για την ενηλικιωση..
κι υστερα παλι θυμαμαι.......θυμαμαι τα βραδια που ακουγαμε τραγουδια σαν κι αυτο και αφιερωναμε στις περασμενες καταστασεις.δεν θελω να γενικευτω, δεν με αφορα το γενικο. Με τον δικο μου τον ρυθμο θα σε παρω μαζι μου και θα σε βαλω σε δυο διαστασεις. τραγουδα μου...
κι αν νομιζεις οτι εισαι ατυχος επειδη εισαι περιορισμενος ταχα μου στην ανθρωπινη υποσταση σου, οπως κι αν σου την εχουν κουτσουρεψει, ενα σου λεω...φαντασου να ησουνα ενας ερωτευμενος βατραχος.
ακομη κι o βατραχος, ξερει οτι δεν υπαρχει ευκολος δρομος για την αληθεια. Μην με ρωτησεις ποια αληθεια γιατι ψεματα θα πω. Αν ηταν ομως να διαλεξω θα διαλεγα ενα αμερικανικο σαββατοβραδο, με μπυρες, ρυθμικη ροκ και ξετσιπωτο φλερτ... ετσι για να καλυπτουμε που και που το σκονισμενο μας προσωπο με αστραφτερα στρασακια.


030509

θελω κατι να σου πω..

Εκανα μια βολτα αποψε. Εσβησα τα φωτα γυρω μου, απο τ’αμαξια, απο τους δρομους, κι απο τα βλεμματα. Μονο το φεγγαρι δεν καταφερα να σβησω. Πανσεληνος. Πανσεληνος ο ερωτας. Κι ετσι θυμηθηκα τα λογια του ποιητη. Στην αγαπη μπαινω σαν την πανσεληνο. Κοιταζα το φεγγαρι και το εψαχνα, το αναζητουσα. Πισω απο γωνιες, πισω απο φυλλωσιες, πισω απο τα συννεφα. Τα συννεφα ειδικα. Που Λιγο τη λογικη σου να μπερδεψεις και θα το δεις να τρεχει αναμεσα.
σκορπιες σκεψεις. Ελλειπεις και ανολοκληρωτες. Μια τα συναισθηματικα, μια η πραγματικοτητα -ν'ανεβω στο πεζοδρομιο καλυτερα μη με κοψει κανας καμικαζι..- μια τα φαντασματα τα παρελθοντα και τα μελλουμενα, που να βρεις την ησυχια σου και να αποφασισεις ποια ζωη θα ζησεις οπως λεει και το τραγουδι; Και το μπερδεμα επιμενει. Κανενα συμπερασμα.
Ανεβηκα τη λενορμαν και εφτασα στην καραισκακη. Εκει στα φαναρια σταματησα. Που να πηγαινα; Ηθελα να χορτασω εικονες. Το εκοψα αριστερα. Προς τον σταθμο πελλοπονησου. Μνημες τελικα ηθελα. Να πιαστω απο εκει. Τα μηχανακια στην φορτωτικη, και το βαγονι καπνιστων. Ανοιχτα τα παραθυρα να φευγει ο καπνος και τα ποδια στριμωγμενα μην και ακουμπησω τον αγνωστο. Πολλα ομως αλλαξανε απο τοτε. Άλλα τραινα και τεχνολογιες. Αλλες συμπεριφορες πια. Απαγορευεται το καπνισμα. Χαρουμενα πλαστικα χρωματα. Προς τι;
Πηγα μια βολτα που λες στην αθηνα. Ποια αθηνα θα μου πεις. Σε μια αθηνα απο τις πολλες. Καπου αναμεσα στον τεραστιο μεταλικο γυρο του θανατου στο γκαζι, λιγο πιο περα αναμεσα στους αρχαιους ταφους, ισως και κατω απο τη γεφυρα, πειραιως και χαμοστερνας. Δεν εχει σημασια, μην πιανεσαι. Η βολτα στον νου ειναι πανω απ ολα. Γιατι σε ψαχνω. και δεν ξερω πια που να σε βρω.
Ειναι σκληρη αυτη η πολη. Απροσαρμοστη. Ανικανη ν αρθρωσει χαρακτηρα. Κι ομως μεσα σ’αυτην της την πολυμορφια, εμεις ζουμε, κινουμαστε και δημιουργουμε. Απροσαρμοστοι ισως κι εμεις. Χωρις κοινο σκοπο κι αφετηρια. Ολοι μας καπου αλλου αν μας ρωτησεις ανηκουμε. Αλλος ειναι ο ιδανικος μας τοπος. Γι αλλους τοπους ζουμε δουλευουμε κι ονειρευομαστε.
Κι ετσι οπως το σκεφτομαι ομως τωρα, η αθηνα για μενα ηταν παντα η πολη που αντικριζα με το που κατεβαινα απο το πλοιο στον πειραια, μετα απο τις καλοκαιρινες διακοπες. Σαν παραπονο μαζι με μια αισθηση ζεστασιας. Εδω ειναι το σπιτι μου. Αυτον τον τοπο ξερω.
Κι ας ηταν νυχτα, κι ας ειχα σβησει ολα τα φωτα, εγω το χρωμα το εβλεπα. Ενα ομως χρωμα αχρωμο. Ανυποστατο κι αβασταχτο. Εχει χρωμα η απουσια; Το κενο μηπως; Ξερω για τον ερωτα, κοκκινος, ξερω για τον θανατο, μαυρος, ξερω για τη ζωη, ξανθο. Ισως το χρωμα αυτο να ειναι λιγο απ’ολα. Ισως παλι να ειναι απλα μια αφαιρεση μαυρου, κοκκινου και ξανθου.
Ομως κοιτα.. οι αθηναιες νερατζιες σαν ν’αρχίσαν να μυριζουνε. Παλι. Σαν να μου φαινεται πως παλι μπαινει η ανοιξη. «Τι θρασσος..!» μονολογω.. μα δεν ξερω αν απευθυνομαι στην αδιαφορια της φυσης, ή στην λιγοψυχια μου, να παραμερησω τις προσωπικες μου ανικανοτητες, και να παω με τον καιρο.

εγω κι αυτο.

βγηκα μια βολτα χθες το βραδυ. Στη διαδρομη καθως πηγαινα, μου ηρθε ενα μυγακι μες στο κρανος. Καθησε καπου εκει πλαι στο μαγουλο μου οσο πηγαινα. Σκεφτηκα, κοιτα να δεις τι παραξενη παρεα μου ετυχε συνοδηγος. Προσπαθησα λιγο να δω με τα ματια του, ποσο μεγαλος και γρηγορος θα του φαινοτανε ο κοσμος. Φωτα, σκοταδια, ο δρομος να τρεχει, φαναρια, αμαξια, σφηνες, ανθρωποι κι ενα τεραστιο προσωπο με κατι ρουθουνια σαν σπηλιες και δυο ματια συνεχεια ανοιχτα που κοιταγανε μπροστα με τη προσηλωση του αιλουροειδους σε κατασταση επιθεσης. Αραγε εκεινο κοιτωντας με τι να σκεφτηκε; “μπα, καπως περιεργη ειναι αυτη. Βριζει, μονολογαει, που και που κατι τραγουδαει, αλλα τουλαχιστον ειναι ζεστα εδω στο μαγουλο της..”
βγηκα μια βολτα σαββατοβραδο να βρω τη χαρα. Τη βρηκα; ασθματικη η παρουσια της. Η μορφη της, πεδιο ηλεκτροφορο με σπασμενα τα νευρα. Σαν κακοπληρωμενος παλιατσος μου φανηκε. Γελουσα μα δεν ευδαιμονουσα. Επινα, δεν κοινωνουσα. Καπνισα πολυ, μα δεν προσευχηθηκα. Δεν ευχηθηκα. Περασε νεκρη η βραδια, κι ας γελασα, κι ας ηπια, κι ας καπνισα χορτατη κι ηταν κι η τσεπη μου γεματη. Ποσο ξετσιπωτα ευτυχισμενη θα ενιωθα αν... αν; τελος.

τα σκοταδια του κοσμου.

Τα σκοταδια του κοσμου. Η ζωη σαν φεγγος ή σαν σκοταδι. Βουβες εκλαμψεις προσωπικης ευτυχιας στο απεραντο Απεραντο! Κενο. Δεν ειναι η μερα που γεννα το φως. Ειναι το μυαλο μας. Ειναι το ξαναμενο αιμα που γινεται ψυχη. Το κινουμενο αεικινητα. Πριν σ'εσενα, τωρα σ'εμενα, μετα στην επομενη. Κι ολο μαζι μια μπαλα απο αιμα κοκκαλα τριχες και φωτια αεικινητα να κινειται. Ενδιαμεσα, τα ντεπον, τα ψυγεια και τα ματια σου που μου χαμογελανε. Κραταω την ανασα μου και πεθαινουνε εκατομμυρια. Ξεφυσω και οι ανθρωποι κανουν ερωτα.
Ο Καπεταν Μιχαλης κι ο φτωχουλης του Θεου.
“πηδουμε ντονε μωρε;!”...
δεν ειναι μικρη η ζωη, ουτε ωραια. Στο κατω κατω ειμαστε πολυ λιγοι για να μιλαμε για τη ζωη. Μολις που παιρνουμε πρεφα, κανουμε ενα “αχ”, στηλωνουμε τα ματια και χανομαστε.
Τα σκοταδια της ζωης. Και ναι, η ευθυνη του να εισαι καταδικος. Η ευθυνη του να εισαι κατα-δικος.
Δωσ'μου ενα τραγουδι. Δωσε μου νυχτα, δωσε μου και ρακη. Θα ξεριζωσω απο την καρδια σου το πιο ευαισθητο κυτταρο. Αυτο που σε κανει ζωντανη.

ελα να πεσουμε.

Ο παππους μου θελει να αραβωνιαστω ή ακομη καλυτερα να παντρευτω πριν κλεισει τα ματια του. Ευσεβεις ποθοι... του λεω, παππου, οχι μονο δεν μπορω να σου υποσχεθω κατι τετοιο, δεν γινεται κι ολας. Μην προδικαζεις μου απανταει. Που να εξηγεις... καλα παππου, εχουν αλλοι σειρα, εγω θα αργησω λιγο. Τι να του πεις του ανθρωπου; κι απο την αλλη υπαρχει αυτο το συναισθηματικο κενο, που δεν εχεις πουθενα να ακουμπησεις την εγνοια σου.
Ηρθα σημερα σπιτι το απογευμα. Ανοιξα τα παραθυρα, ξεντυθηκα κι εμεινα λιγη ωρα με το τηλεφωνο στο χερι. Ακουγα τη σιωπη του σπιτιου. Την σιωπη του, μεσα μου. Καποιοι πανε ταξιδια και δειχνουν μετα τις φωτογραφιες τους. Κοιτα που πηγα, κοιτα τι ειδα, κοιτα πως με ειδανε.. εσυ δεν ησουν ΕΚΕΙ. Δεν σε εχω αναγκη. Δεν βλεπεις τι ομορφα που περναω;
...
παλι εχω προβλημα με το μηχανακι. Βενζινη εχει, λαδια εχει. Μακαρι να ειναι το μπουζι. Αν και τα συμπτωματα δειχνουν απλα θανατο. Α μηχανακια ομως μπορουν να μην πεθανουν ποτε. Ή τουλαχιστον για να μην λεω υπερβολες, μπορουν να ζησουν παραπανω απο εμενα. Δεν ειναι σαν τους ανθρωπους. Τους κανεις ενα rectifie κι αναστηθηκαν. Ωραια θα ηταν ν αλλαζαμε μονο πιστονια και στους ανθρωπους. Αλλα δεν ειναι αυτο το θεμα. Το θεμα ειναι οτι εχω ενα μωρο στην αγκαλια μου πρωτη μου φορα και δεν ξερω πως να το κρατησω σωστα. Ετσι νιωθω τη ζωη μου. Φταιει το καλοκαιρι, φταιει ο φοβος κι η αδιαφορια μου για ερωτα.
Ενα να ξερεις, δεν γκρινιαζω. Γνωριζω την πληγη, την κατασταση και την λυση δεν θελω να κανω τιποτε ομως. Και απο τεμπελια και απο την αναγκη της ηδονης της ελευθερης πτωσης.

Αναγνώστες

whos.amung.us